LogoAna sayfaHaberlerSporBatı TrakyaYunanistanTürkiyeDünyaKöşe YazılarıMillet NewsGiriş Yap
Η διττή φύση των μειονοτικών ζητημάτων: ο θεσμός του Μουφτή (I-II)11 Şubat 2020

Τον Δεκέμβριο του 2019 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 83 ετών ο επί τριάντα δύο (32) έτη και οχτώ (8) μήνες διορισμένος από το ελληνικό κράτος Μουφτής Κομοτηνής, Μέτσο Τζεμαλή. Είχε προηγηθεί η αναγκαστική απομάκρυνσή του από το αξίωμα ύστερα από την ψήφιση σχετικού νόμου το 2018 (παρ. 3 αρ. 4, 4559/2018) που όριζε την ηλικία των 67 ετών ως όριο για την συνταξιοδότηση των διορισμένων Μουφτήδων.

Στις 16 Αυγούστου του 2018 διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσης στη θέση των Μουφτήδων λόγω παρελεύσεως του ορίου ηλικίας (67ο έτος) των δύο διορισμένων Μουφτήδων Ξάνθης και Κομοτηνής.

Ο διορισμένος Μουφτής Κομοτηνής, Μέτσο Τζεμαλή, πρωτοδιορίσθηκε ως Τοποτηρητής της Μουφτείας Κομοτηνής με απόφαση του Νομάρχη Ροδόπης τον Δεκέμβριο του 1985. Στη συνέχεια με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στις 30 Μαρτίου 1990 διορίσθηκε στην κενή θέση του Μουφτή Κομοτηνής. Η θητεία του ανανεώθηκε δύο φορές, τον Δεκέμβριο του 2000 και τον Δεκέμβριο του 2010 για μία δεκαετία κάθε φορά. Στο ενδιάμεσο ψηφίστηκε ο νόμος 4559/2018 που θέσπισε το ηλικιακό όριο των 67 ετών για τη συνταξιοδότηση των ανώτερων θρησκευτικών λειτουργών της Μειονότητας. Ο διορισμένος Μουφτής Κομοτηνής είχε 32 έτη και 8 μήνες συνεχής και αδιάλειπτης δημόσιας υπηρεσίας στην εν λόγω θέση, δηλαδή από 16.12.1985 έως και 16.08.2018.

Αντίστοιχα, ο διορισμένος Μουφτής Ξάνθης, Μεχμέτ Σινίκογλου, διορίσθηκε με σχετικό Προεδρικό Διάταγμα του Αυγούστου του 1991 ως Μουφτής Ξάνθης. Η θητεία του ανανεώθηκε δύο φορές για μία δεκαετία κάθε φορά, στις 21.08.2001 και 21.08.2011. Μετά την ψήφιση του νόμου 4559/2018 και κατ΄ εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 48 παύτηκε από τα καθήκοντά του λόγω παρελεύσεως του ορίου ηλικίας. Όταν έγινε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής του σχέσης το 2018, είχε συμπληρώσει το 80ο έτος της ηλικίας του. Ο διορισμένος Μουφτής Ξάνθης είχε είκοσι έξι (26) έτη και έντεκα (11) μήνες συνεχής και αδιάλειπτης δημόσιας υπηρεσίας στην εν λόγω θέση, δηλαδή από 20.11.1991 έως και 16.08.2018.

Το θέμα του Μουφτή είναι ένα μείζον ζήτημα για την Μειονότητα, βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της μειονοτικής ατζέντας διεκδικήσεων και δεν απουσιάζει από την ατζέντα των συναντήσεων υψηλόβαθμων πολιτικών εκπροσώπων και αρχηγών των δύο κρατών, Ελλάδας και Τουρκίας, στις μεταξύ τους επαφές. Η συζήτηση επικεντρώνεται στον τρόπο ανάδειξης του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη. Η Μειονότητα ανέκαθεν ζητάει η ανάδειξη του Μουφτή να γίνεται μέσω εκλογών ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη και απρόσκοπτη έκφραση της θρησκευτικής ελευθερίας των μελών της κοινότητας. Είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας.

Η ελληνική πολιτεία από την άλλη πλευρά, στηριζόμενη στην διττή φύση του θεσμού του Μουφτή που ασκεί θρησκευτικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες αρνείται συστηματικά να ανοίξει τη συζήτηση περί εκλογής. Αντ’ αυτού, ακολούθησε την λύση των διορισμών και των ανανεώσεων της θητείας τους.

Οι άνθρωποι που διορίστηκαν στις θέσεις των Μουφτήδων, συνεργαζόταν επί δεκαετίες και διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις με τις κρατικές αρχές. Οι ίδιοι άλλωστε ήταν ανώτεροι κρατικοί δημόσιοι λειτουργοί και υπηρέτησαν επί δεκαετίες στη θέση αυτή.

Στα τέλη του 1980 με αρχές του 1990, όταν υπήρχε έντονη κινητικότητα και ορφάνεψαν οι μέχρι πρότινος θέσεις των Μουφτήδων, η κοινότητα αρνούμενη να δεχτεί τον τρόπο επιλογής μέσω διορισμού, ανέδειξε μέσω εκλογών που διοργάνωσε  ως Μουφτή Κομοτηνής τον Ιμπραήμ Σερήφ και τότε Μουφτή Ξάνθης τον Μεχμέτ Εμίν Αγά, τον οποίο μετά τον θάνατό του διαδέχτηκε πάλι μέσω εκλογικής διαδικασίας που οργάνωσε η κοινότητα, ο νυν εκλεγμένος Μουφτής, Αχμέτ Μετέ.

Το 2018 η ελληνική πολιτεία με έναν νόμο εξανάγκασε σε απομάκρυνση τους διορισμένους Μουφτήδες που στήριζε και την στήριζαν επί δεκαετίες. Κι αυτό δεν έγινε ανώδυνα, επειδή την επόμενη κιόλας ημέρα της απομάκρυνσής τους οι μέχρι πρότινος διορισμένοι Μουφτήδες στράφηκαν δικαστικά εναντίον της πολιτείας διεκδικώντας την ακύρωση των αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με τις οποίες διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής τους σχέσης ως Μουφτήδων.

Για τις δύο αυτές υποθέσεις γνωμοδότησε το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Με τις υπ’ αρ. 2100/2019 και 2101/2019 αποφάσεις του, το Δικαστήριο απέρριψε ομόφωνα τις αιτήσεις ακυρώσεως που είχαν καταθέσει οι δυο διορισμένοι Μουφτήδες. Με απλά λόγια απέρριψε το αίτημα των διορισμένων Μουφτήδων να ακυρωθούν οι αποφάσεις που τους απομάκρυναν από τα καθήκοντά τους. Αυτές εκδόθηκαν τον Νοέμβριο του 2019, αλλά είδαν το φως της δημοσιότητας τον Δεκέμβριο του 2019 μετά την καθαρογραφή τους, λίγες μόλις ημέρες πριν από το θάνατο του πρώην διορισμένου Μουφτή Κομοτηνής, Μέτσο Τζεμαλή.

Είναι δύο αποφάσεις σταθμός για τα Μουφτειακά, δύο αποφάσεις που καταγράφηκαν στην ιστορία της κοινότητας, σε αυτές θα αναφέρεται κάθε ερευνητής αλλά και ιστορικός του μέλλοντος.

Στις δεκαετίες που υπηρέτησαν και οι δύο διορισμένοι Μουφτήδες με δυσκολία θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί με ποιόν τρόπο θα εξελισσόταν η καριέρα, κυρίως το τέλος της θητείας τους. Mέχρι πρότινος η πολιτεία δεν είχε δείξει καμία διάθεση αντικατάστασής τους.

Επί θητείας της προηγούμενης κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν οι πολιτικές παρεμβάσεις στο χώρο των Μουφτειών, με άγνωστο το αν έχει ολοκληρωθεί ο κύκλος ή αναμένουμε και άλλες εξελίξεις βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Κι αυτό διότι τα μειονοτικά ζητήματα προσλαμβάνονται πρωτίστως ως εθνικά θέματα, οπότε και οι πολιτικές που υιοθετούνται δεν επηρεάζονται συνήθως με την αλλαγή των κυβερνήσεων, είναι υπερκομματικές και ακολουθούν την δική τους ξεχωριστή εθνική γραμμή.

Από αυτό το σημείο, των αλλαγών που συνέβησαν επί διακυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, θα πιάσουμε το νήμα των Μουφτειών και θα αναφερθούμε αναλυτικά στις δύο αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που καθόρισαν τις εξελίξεις στα Μουφτειακά.

Oι πολιτικές που υιοθετούνται κατά καιρούς έναντι της Μειονότητας δεν είναι υπόθεση μιας κυβέρνησης, αλλά είναι πρωτίστως εθνικές πολιτικές. Οι όποιες αλλαγές συντελούνται με αργούς ρυθμούς. Είναι δηλαδή παρεμβάσεις που σχεδιάζονται προσεκτικά και σε βάθος χρόνου μέχρι να γνωστοποιηθούν στο ευρύ κοινό.

Οι αλλαγές στα Μουφτειακά δεν ξεκίνησαν το 2018 με την απομάκρυνση και αντικατάσταση των διορισμένων Μουφτήδων, αλλά παλιότερα με τον νόμο των ιεροδιδασκάλων του 2008. Τότε έγινε μια προσπάθεια από την πλευρά της πολιτείας να συγκροτηθεί ένα σώμα ιεροκηρύκων, ιμάμηδων, κάτω από την εποπτεία των διορισμένων Μουφτήδων Κομοτηνής, Ξάνθης και Διδυμοτείχου οι οποίοι να εμφανίζονται ως επίσημα διορισμένοι από το κράτος θρησκευτικοί λειτουργοί.

Δημιουργήθηκε ουσιαστικά μία δεξαμενή ανθρώπων γύρω από τους διορισμένους Μουφτήδες. Μία δεξαμενή η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως. Για να φέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, με νόμο οι ιεροδιδάσκαλοι θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στη δημόσια εκπαίδευση για την διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών σε μαθητές της Μειονότητας. Είναι ένα μέτρο που θεσμοθετήθηκε, αλλά δεν προχώρησε. Στο μυαλό όλων υπάρχει το ερώτημα αν θα μπορούσαν ενδεχομένως στο μέλλον να αποτελέσουν ένα εκλεκτορικό σώμα σε περίπτωση πιθανής ανάδειξης Μουφτή μέσω εκλογών. Για αυτό δεν υπάρχει επίσημη απάντηση ή τοποθέτηση, οπότε μένει στο στάδιο της εικασίας.

Το επόμενο βήμα το οποίο αποτέλεσε και σαρωτική αλλαγή ήταν η κατάργηση της υποχρεωτικής εφαρμογής της Σαρίας. Παρόλο που παρουσιάστηκε ως επιβολή από έξω, μέσω καταδίκης της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου για υπόθεση κληρονομικού δικαίου, ωστόσο μία πιο προσεκτική και σε βάθος χρόνου μελέτη της αντιμετώπισης της εφαρμογής του ιερού ισλαμικού νόμου για τα μέλη της Μειονότητας της Θράκης από τον πολιτικό κόσμο της χώρας, φανερώνει ότι η διάθεση για κατάργηση της Σαρίας επανερχόταν κατά καιρούς στην πολιτική επικαιρότητα.

Με μία απλή αναζήτηση θα βρει κανείς δηλώσεις πολιτικών προσώπων που θεωρούσαν την εφαρμογή της Σαρίας αναχρονιστική. Είναι κάτι που δεν έβλεπε με καλό μάτι μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου και εν τέλει οδηγηθήκαμε σε μία μερική και επιλεκτική κατάργηση της Σαρίας αφού επαφίεται στην επιλογή του κάθε πολίτη της Μειονότητας το αν θα προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια ή στον Μουφτή για την εκδίκαση των υποθέσεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου.

Ακόμα και μετά την κατάργηση της υποχρεωτικής εφαρμογής του Ιερού Ισλαμικού Νόμου, ο Μουφτής διατήρησε τις δικαστικές του αρμοδιότητες. Η διττή φύση του θεσμού, είναι το δυνατό χαρτί στα χέρια της πολιτείας για να αιτιολογήσει την μη εκλογή του Μουφτή και όπως θα δούμε, αποτέλεσε και το επιχείρημα στο οποίο πάτησε η δικαστική εξουσία για την απόρριψη των αιτήσεων ακυρώσεως των δύο διορισμένων Μουφτήδων.

Είναι σημαντικές οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας διότι προσθέτουν ένα σημαντικό λιθαράκι στη συζήτηση για το θεσμό, τη θέση, τον ρόλο και τις δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του ανώτερου θρησκευτικού λειτουργού της Μειονότητας. Είναι ιστορικές γιατί αποτελούν γνωμοδοτήσεις του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου.

Παρόλο που η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη στην Ελλάδα, κάτι που ο πολιτικός κόσμος της χώρας τείνει να υπενθυμίσει κάθε φορά που εκδικάζονται μειονοτικές υποθέσεις, σε αυτήν την περίπτωση η δικαστική εξουσία συντάχθηκε με την θέση της πολιτείας.

Αποφάνθηκε λοιπόν ότι οι Μουφτήδες δεν μπορεί να είναι ισόβιοι, όπως είναι οι Μητροπολίτες, οι κληρικοί δηλαδή της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας που διοικούν μια μητροπολιτική περιφέρεια. Αυτό διότι οι Μουφτήδες, λόγω της άσκησης δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων, έχουν σημαντικές διαφορές που αιτιολογούν την συνταξιοδότηση λόγω παρέλευσης ορίου ηλικίας.

Αναφέρεται και στον προγενέστερο νόμο 4511 του 2018 ο οποίος κατήργησε την υποχρεωτική εφαρμογή της Σαρίας διατυπώνοντας τη θέση ότι δεν μετέβαλε τον θεσμικό και διττό ρόλο των Μουφτήδων ως θρησκευτικών λειτουργών και ιεροδικών. Έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι παρά τις παρεμβάσεις στη Σαρία, οι αρμοδιότητες των Μουφτήδων διατηρούνται «απαράλλακτες (θρησκευτικές, εποπτικές, γνωμοδοτικές, δικαστικές)».

Σημαντική είναι και η θέση του δικαστηρίου σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Οι δύο διορισμένοι Μουφτήδες επικαλέσθηκαν παραβίαση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Ελληνικό Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά και την Συνθήκη της Λωζάνης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας εμμένει στη θέση ότι η σύνθετη ιδιότητα των Μουφτήδων αιτιολογεί την θέσπιση ορίου ηλικίας διότι εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και άρα, είναι ένας θεμιτός περιορισμός. Με αυτό το σκεπτικό το δικαστήριο έκρινε ότι δεν θίγεται η θρησκευτική ελευθερία όπως αυτή κατοχυρώθηκε στο Ελληνικό Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεδομένου ότι «δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ της θρησκευτικής ελευθερίας και των αναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος».

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και στη στάση που τήρησε το Δικαστήριο έναντι της Συνθήκη της Λωζάνης. Διαβάζουμε στο κείμενο «για τους θρησκευτικούς λειτουργούς των μουσουλμάνων η Συνθήκη της Λωζάννης δεν εμπεριέχει καμία αναφορά».

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου δεν απέχουν πολύ από τις θέσεις της πολιτείας. Πρόκειται για δύο ατομικές προσφυγές φυσικών προσώπων οι οποίες ωστόσο οδηγούν σε μεγαλύτερα θέματα και διεκδικήσεις από την πλευρά της Μειονότητας για αυτό και είναι ιδιαίτερα σημαντικές. Χωρίς να έχει γνωμοδοτήσει για τον τρόπο ανάδειξης του Μουφτή, η απόφαση του δικαστηρίου εμμέσως πλην σαφώς έρχεται να δέσει με την πάγια θέση της πολιτείας ότι οποιαδήποτε συζήτηση για εκλογή δεν υφίσταται λόγω των δικαστικών αρμοδιοτήτων του Μουφτή. Κι όλα αυτά βέβαια χωρίς να ληφθεί υπόψη η πάγια διεκδίκηση της Μειονότητας περί ανάδειξης Μουφτή μέσω εκλογών.
Diğer HaberlerYassıköy Belediyesi muhalefetinden “maaş bağışı” önerisiAB Kovid-19 tedbirlerini onayladıKoronavirüs salgınında son 24 saatDünya genelinde Kovid-19 vaka sayısı 750 bini geçtiYassıköy Belediye Başkanı Önder Mümin’den örnek davranış
© MİLLET MEDYA 2020 (Tüm Hakları Saklıdır)Design: GOTech